Παρασκευή 24 Οκτ 2014
  • Narrow screen resolution
  • Wide screen resolution
  • Wide screen resolution
  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size
  • default style
  • green style
  • red style
You are here: Home Οι ακτές του Ιονίου Θεσπρωτία
Θεσπρωτία
Παραλίες PDF Εκτύπωση E-mail

Καραβοστάσι

Σαγιάδας – Κεραμίδι – Στρόβιλι

Αρίλλα

Σοφάς (Πέρδικα)

Μέγα Ντράφι (Πέρδικα)

Αγ. Παρασκευή (Πέρδικα)

Πισίνα (Σύβοτα)

mpella_vrakaΜπέλλα Βράκα (Σύβοτα)

Μέγα Άμμος (Σύβοτα)

Μικρή Άμμος (Σύβοτα)

Ζάβια (Σύβοτα)

Κάρβουνο (Σύβοτα)

Μικρός Παράδεισος (Σύβοτα)

Γαλλικός Μώλος (Σύβοτα)

Πλαταριάς

Δρέπανου

Μακρυγιάλι

 
Αξιοθέατα PDF Εκτύπωση E-mail

H Σκάλα της Tζαβέλαινας

Δεξιά και επάνω από τις πηγές η Σκάλα της Τζαβέλαινας - ηρωίδας Σουλιώτισσας. Η ανάβαση σχετικά εύκολη. Το τοπίο άγριο, το βουητό των νεκρών, το καταπράσινο ολόγυρα, η θέα προς την πεδιάδα ξεκουράζουν και συνάμα κυριεύουν με δέος την ψυχή του επισκέπτη.

Γιτάνη

Οικισμός ελληνιστικών χρόνων που υπήρξε έδρα του κοινού των Θεσπρωτών και ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα και των Ηπειρωτών. Βρίσκεται βορείως του Καλαμά, τον οποίο ήλεγχε όπως και ολόκληρη την περιοχή.

Η ανασκαφή άρχισε το 1985 και συνεχίζεται καθ' έτος ως συστηματική ανασκαφή από την κ. Κ. Πρέκα - Αλεξανδρή.

Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί:

*Το κτήριο Α, ελληνιστικό οικοδόμημα με εσωτερικό αίθριο, περιμετρικό διάδρομο και διαμερίσματα με ψηφιδωτά δάπεδα. Μέσα στο κτήριο αποκαλύφθηκαν 3.000 πήλινα σφραγίσματα.

*Ο μικρός ναός.

Το κτήριο Β, που πιθανώς έχει χρησιμοποιηθεί και ως νομισματοκοπείο.

* Το κτήριο Γ, η στοά και η αγορά.

Ποταμός Καλαμάς

Τα νερά του ποταμού Καλαμά έδιναν και δίνουν ζωή σε πόλεις και χωριά δίπλα στο πέρασμά του.

Γκρεμισμένα μονότοξα, πολύτοξα γεφύρια, ίχνη πόλεων και ακροπόλεων μαρτυρούν ένα σφιχτό οικιστικό πλέγμα μέσα στους αιώνες. Γιτάνη, Φανωτή, Οσδίνα.

Στα ηπειρωτικά βουνά οι πηγές του.

Στο κατέβασμά του, ανάμεσα στα χωριά Βροσύνα και Πέντε Εκκλησιές το ποτάμι τρυπά τους βράχους και αυτοί ορθώνονται πάνω του σε ένα επιβλητικό φαράγγι για να αγκαλιάσουν προστατευτικά τα σπάνια είδη πουλιών και λουλουδιών που ζούν στις όχθες του…

Ορμητικός στην αρχή o Καλαμάς, ήρεμος πρίν συναντήσει τη θάλασσα, δημιουργεί στο σημείο των εκβολών του στο Ιόνιο, το δέλτα του ποταμού.

Εκεί, ανάμεσα στην Σαγιάδα, το Ράγιο και την Ηγουμενίτσα, βρίσκετε ένας από τους σημαντικότερους υγροβιότοπους της Ελλάδας.

Σπάνιας ομορφιάς και πλούτου σε χλωρίδα και πανίδα είναι επίσης το Έλος Καλοδικίου, γνωστότερο στους Θεσπρωτούς ως λίμνη με τα νούφαρα.

Πηγή: http://www.igoumenitsa.gr/content/view/109/183/ Πρόσβαση: 19/11/2010


 
Η ιστορία της Ηγουμενίτσας PDF Εκτύπωση E-mail

Η Ηγουμενίτσα κατά την αρχαιότητα

Η παρουσία ανθρώπου στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Ηγουμενίτσας εντοπίζεται στην Παλαιολιθική περίοδο (250.000-9000 π.χ.) σε υπαίθριες θέσεις με λίθινα εργαλεία που έχουν βρεθεί στην πεδιάδα του Κάτω Καλαμά. Νεολιθικά ευρήματα (9000-2800 π.χ.) έχουν εντοπισθεί στη σπηλιά της Σίδερης. Οι ανασκαφές στο λόφο Ραγίου (Πύργος) έδειξαν ότι η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από την 2η π.χ. χιλιετία.

Κατά την εποχή του χαλκού η Ήπειρος αποτέλεσε την κοιτίδα των περισσότερων ελληνικών φύλων. Η περιοχή μελέτης ανήκε στο φύλο των Θεσπρωτών. Ο Όμηρος αναφέρει τη μετάβαση του Οδυσσέα στη Θεσπρωτία, ο οποίος φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Φείδωνα και πήγε στο μαντείο της Δωδώνης να πάρει χρησμό. Κατά την παράδοση το νησάκι Πρασούδι στον κόλπο της Ηγουμενίτσας ήταν ο βράχος που έριξε ο Κύκλωπας Πολύφημος στον Οδυσσέα.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους οι Κερκυραίοι δημιούργησαν αποικίες στην Τορώνη (Λυγιά Ηγουμενίτσας) και τον Βουθρωτό, από όπου έκαναν επιδρομές στην ενδοχώρα και άρπαζαν δούλους. Επίσης προμηθευόταν, όπως και οι νοτιοελληνικές πόλεις, γαλακτοκομικά προϊόντα, δέρματα, μαλλί και ξυλεία. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο οι Θεσπρωτοί και οι άλλοι Ηπειρώτες συμμάχησαν με τους Πελοποννήσιους κατά των Αθηναίων και των Κερκυραίων. Το 433 π.χ. έγινε η περίφημη ναυμαχία των Συβότων μεταξύ Κορινθίων και Κερκυραίων, κατά την οποία και οι δύο αντιμαχόμενοι θεώρησαν ότι νίκησαν και έστησαν τρόπαιο. Κατά νεότερη έρευνα, τα Σύβοτα της αρχαιότητας ήταν τα νησάκια της Λυγιάς Ηγουμενίτσας, τα οποία καλύφθηκαν αργότερα από τις προσχώσεις του Θύαμι ποταμού.

Γύρω στο 350 π.χ. χτίστηκαν οι πρώτες οχυρωμένες ακροπόλεις και τα χωριά άρχισαν να συνενώνονται σε πόλεις. Για μερικές δεκαετίες η Ελέα υπήρξε η πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας και έδρα του Κοινού των Θεσπρωτών. Στη συνέχεια και μετά την κατάκτηση της Ν. Κεστρίνης από τους Θεσπρωτούς καθιερώθηκε ως πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας η Τιτάνη ή Γιτάνη (σημ. Γκούμανη) στο όριο της περιοχής μελέτης, με πληθυσμό περίπου 6.000 κατοίκων. Η Τορώνη επίσης (Κερκυραϊκή Περαία) είχε πληθυσμό 6.000 κατοίκους.

Στη συνέχεια την πρωτοβουλία στην Ήπειρο ανέλαβε ο βασιλικός οίκος των Μολοσσών και οι φυλές της νότιας Ηπείρου ενώθηκαν σε συμμαχία που ονομαζόταν Ηπειρωτική Συμμαχία ή "συμμαχία των Απειρωτάν". Οι δυνατότητες της συμμαχίας υλοποιήθηκαν από τον Πύρρο που βασίλευσε από το 297 μέχρι το 272 π.χ. και εισέβαλε στην Ιταλία.

Όταν το 168 π.χ. οι Μακεδόνες νικήθηκαν από τους Ρωμαίους, ο Ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος Παύλος επιστρέφοντας από την Πύδνα, για λόγους αντεκδίκησης λεηλάτησε και κατέστρεψε 70 πόλεις της Ηπείρου και πήρε 150.000 αιχμαλώτους ως δούλους (167 π.χ.). Οι περισσότερες από τις πόλεις που καταστράφηκαν ήταν των Μολοσσών και ορισμένες των Θεσπρωτών (Ελέα, Τιτάνη) και η Ήπειρος έκανε πολλούς αιώνες να αναλάβει από την καταστροφή αυτή. Όταν ο Στράβων επισκέφθηκε την Ήπειρο (β' μισό του 1ου π.χ. αιώνα) βρήκε τη χώρα "ως επί το πλείστον έρημον".

Η Pax Romana (Ρωμαϊκή ειρήνη) έγινε αισθητή στην Θεσπρωτία από τον 1ο μ.χ. αι. μέχρι την περίοδο της μεγάλης κρίσης των μέσων του 3ου. Ένας αρκετά εκτεταμένος οικισμός των πρώτων μετά χριστόν αιώνων, ο οποίος δημιουργήθηκε στο μυχό του κόλπου της Ηγουμενίτσας στην περιοχή του Λαδοχωρίου, φαίνεται ότι επέζησε και κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο (έως τον 6ο αι.).

Η έπαυλη του Λαδοχωρίου με τις ανάγλυφες μαρμάρινες ρωμαϊκούς σαρκοφάγους, και τα ιδιαίτερα σημαντικά ευρήματα του 3ου μ.χ.αι. από το νεκροταφείο στο οικόπεδο του Μουσείου, ήρθαν τα αποδείξουν ότι ο κόλπος της Ηγουμενίτσας, ο "έρημος λιμήν" του Θουκιδίδη, έπαιξε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ύστερη αρχαιότητα. Και γενικότερα η Θεσπρωτία αποτέλεσε το προγεφύρωμα της Ελλάδας προς την Ιταλία, και αντίστροφα. "Πρόκειται της Ελλάδος προς την Ιταλία" κατά τον Πολύβιο.

Βυζαντινοί χρόνοι - Τουρκοκρατία

Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους η Θεσπρωτία υπέφερε από τις βαρβαρικές επιδρομές των Γότθων, Βανδάλων, Αβάρων, Βουλγάρων και Σλάβων. Ορισμένοι από τους τελευταίους εγκαταστάθηκαν σε εδάφη της Θεσπρωτίας και αργότερα, είτε εκδιώχθηκαν, είτε αφομοιώθηκαν και εκχριστιανίσθηκαν. Μετά τη νίκη του Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου (956-1025 μ.χ.) επί των Βουλγάρων και την εκδίωξή τους, στην Ήπειρο εγκαταστάθηκαν άποικοι από άλλα μέρη της αυτοκρατορίας με σκοπό την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου. Έτσι βρήκε πρόσφορο έδαφος στην Ήπειρο ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός και ίδρυσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204). Τα παράλια της Θεσπρωτίας είχαν δοθεί στους Ενετούς και για ένα διάστημα ο Μιχαήλ Άγγελος αναγνώρισε την ψιλή κυριότητα τους σε αυτά. Σύντομα όμως τους εκδίωξε και κατέλαβε την Κέρκυρα. Την περίοδο του δεσποτάτου η βυζαντινή τέχνη τελειοποιήθηκε και κτίσθηκαν περίτεχνες εκκλησιές και μοναστήρια.

Το 1294 ο Δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος (1271-1296) έδωσε τμήμα της Θεσπρωτίας (Βουθρωτό, Ηγουμενίτσα, Σύβοτα) ως προίκα στη θυγατέρα του Θαμάρ για το γάμο της με τον Πρίγκιπα Φίλιππο Ανδεγαυό του Τάραντα. Εκατό χρόνια αργότερα οι Ενετοί κατέλαβαν τα παράλια της Θεσπρωτίας δημιουργώντας βάσεις στη Σαγιάδα, το Φανάρι και την Πάργα. Από τότε και για πολλούς αιώνες τα παράκτια φρούρια της Θεσπρωτίας παρέμειναν τα προκεχωρημένα φυλάκια των Ενετών στην Ηπειρωτική Ελλάδα και δυτική πύλη της χώρας.

Στο στρατό του Δεσποτάτου υπηρετούσαν και Αλβανοί από τη Νότια Αλβανία, η οποία είχε περιέλθει στο Δεσποτάτο. Ορισμένοι από αυτούς άρχισαν να εγκαθίστανται στην Ήπειρο σε ανταμοιβή των υπηρεσιών τους και συνέτειναν στην διάδοση της αλβανικής γλώσσας σε ορισμένες περιοχές.

Η Θεσπρωτία, λόγω των ενετικών φρουρίων, αντιστάθηκε στους Τούρκους, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ήπειρο και γι' αυτό οδηγήθηκε κατά ένα μέρος στον βίαιο εξισλαμισμό. Και στη συνέχεια στον εξαλβανισμό λόγω της σημαντικής θέσης των Αλβανών στο σύστημα της Οθωμανικής κυριαρχίας. Από το 1452 οπότε εισέβαλε στη Θεσπρωτία ο Μεχμέτ Χατζή μπέης, έχουμε συνεχείς συγκρούσεις Τούρκων και Ενετών (μαζί με Κερκυραίους και Χειμαρριώτες) στα παράλια της Θεσπρωτίας. Σε μια από αυτές, το 1685, ο Μοροζίνι ανατίναξε το κάστρο της Ηγουμενίτσας, αφού προηγουμένως μετέφερε τα 12 κανόνια του στην Κέρκυρα. Το λιμάνι της Ηγουμενίτσας χρησιμοποιήθηκε κατά την Τουρκοκρατία –μετά πιθανότατα από εκβάθυνση της εισόδου του- ως αγκυροβόλιο του τουρκικού στόλου. Στα μέσα του 16ου αιώνα, ανυπότακτοι κάτοικοι της Θεσπρωτίας και της Χειμάρρας, βρήκαν καταφύγιο στα βουνά του Σουλίου, όπου ίδρυσαν το Τετραχώρι και ζούσαν ανεξάρτητοι.

Τα παράλια της Θεσπρωτίας και της Πρέβεζας κατεχόταν από τους Ενετούς μετά το 1718, μέχρι την κατάλυση της Ενετικής Δημοκρατίας το 1797, οπότε περιήλθαν στους Γάλλους. Το 1798 ο Αλή Πασάς, αφού νίκησε τους Γάλλους, κατέλαβε το Βουθρωτό, την Ηγουμενίτσα, την Πρέβεζα και τη Βόνιτσα. Αργότερα του δόθηκε και η Πάργα από τους Άγγλους.

Νεότερη ιστορία

Μέχρι την απελευθέρωση της Θεσπρωτίας (1913), η Ηγουμενίτσα ήταν ένα μικρό χωριό που στην απογραφή που έγινε εκείνη τη χρονιά, αριθμούσε 292 κατοίκους και έφερε το όνομα Γράβα. Υπήχθη στην Υποδιοίκηση "Φιλιατών και Γουμενίτσης" του νομού Ιωαννίνων. Μεγαλύτερα χωριά ήταν το Γραικοχώρι με 1.163 κατοίκους, η Σούβλαση (Αγ. Βλάσης) με 1.012 κατοίκους, το Καστρί με 978 κατοίκους (Πίνακας Α.2.1.1). Το κύριο λιμάνι της Θεσπρωτίας το οποίο εξυπηρετούσε και τα Γιάννενα ήταν η Σαγιάδα (844 κατοίκους). Ο πληθυσμός της περιοχής του σημερινού Δήμου Ηγουμενίτσας ανερχόταν σε 4.925 κατοίκους. Στην απογραφή του 1920 ανερχόταν σε 4.730 κατοίκους και η μείωση οφειλόταν στη φυγή ενός αριθμού Αλβανοτσάμηδων. Η Ηγουμενίτσα εμφανίζεται ως ξεχωριστή Κοινότητα με 649 κατοίκους και οικισμούς, την Ηγουμενίτσα (278 κατοίκους), την Γράβα (347 κατοίκους) και το Λιμάνι (24 κατοίκους). Στην απογραφή του 1928 η Κοινότητα Ηγουμενίτσας είχε 564 κατοίκους και ο σημερινός Δήμος 5.340 κατοίκους. Η περιοχή υπαγόταν στην Επαρχία Θυάμιδος με έδρα τις Φιλιάτες. Εκείνη την περίοδο ιδρύθηκε και η Κοινότητα Νέας Σελεύκειας (783 κατοίκους) από πρόσφυγες που ήλθαν από την Σελεύκεια της Μικράς Ασίας.

Στη συνέχεια χωρίσθηκε ο Νομός Θεσπρωτίας από το Νομό Ιωαννίνων (1936) και ορίσθηκε έδρα του η Ηγουμενίτσα η οποία προήχθη σε Δήμο, με 1.353 κατοίκους κατά την απογραφή του 1940.

Στην διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή υπέφερε από τα στρατεύματα κατοχής τα οποία κατέστρεψαν εντελώς την Ηγουμενίτσα και συνεργάζονταν με ντόπιους Αλβανοτσάμηδες. Η εκδίωξη τους μετά την απελευθέρωση έφερε ανακατατάξεις και νέους πληθυσμούς από τα ορεινά της Θεσπρωτίας και άλλα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι πύκνωσαν τον πληθυσμό  της Ηγουμενίτσας. Ο πληθυσμός της το 1951 ανερχόταν σε 2.386 κατοίκους και του σημερινού Δήμου Ηγουμενίτσας σε 6.919 κατοίκους. Εκείνη την περίοδο κτίσθηκαν και οι λεγόμενες "πολυκατοικίες των δημοσίων υπαλλήλων", διόροφα και τριόροφα οικήματα, μερικά από τα οποία σώζονται ακόμα δίπλα στο λιμάνι των ακτοπλοϊκών για Κέρκυρα.

Στο επόμενο διάστημα η ανάπτυξη της Ηγουμενίτσας και του λιμανιού της ήταν συνεχής, ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 60, οπότε εκβαθύνθηκε το λιμάνι και δημιουργήθηκε η πορθμιακή γραμμή Ηγουμενίτσας-Κέρκυρας και η ακτοπλοϊκή γραμμή (ferry-boat) Ιταλίας-Ηγουμενίτσας-Πάτρας. Ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε μεταξύ 1951 και 1971, ενώ σήμερα έχει ενσωματώσει τους οικισμούς Λαδοχωρίου, Γραικοχωρίου, Αμπελιών και επεκτείνεται προς Ν. Σελεύκεια και Μαυρούδι. Αυτή η γρήγορη επέκταση και ανάπτυξη πρέπει να οργανωθεί και να εξορθολογισθεί ώστε να γίνει μια πόλη βιώσιμη, λειτουργική, φιλική προς τους κατοίκους της και σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον και να φέρει επάξια τον τίτλο της "δυτικής πύλης της χώρας".

Πολιτιστική κληρονομιά

Οι κυριότεροι αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία της περιοχής μελέτης είναι τα παρακάτω (Πίνακας Α.2.2.1 και Χάρτης Α.2.2-1).

    * Χερσόνησος Λυγιάς – Πύργος Ραγίου. Βόρεια του κόλπου της Ηγουμενίτσας, στις εκβολές του Καλαμά, βρίσκεται η χερσόνησος της Λυγιάς ή Λυγαριάς με τα τρία κάστρα της. Εχει ταυτισθεί με την Κερκυραϊκή Περαία ή Τορώνη, αποικία των Κερκυραίων κατά την κλασσική περίοδο. Ο περιτειχισμένος οικισμός είχε έκταση 580 στρ. και 6.000 κατοίκους. Τα τείχη καταστράφηκαν πιθανότατα το 167 π.χ. Την Κερκυραϊκή Περαία προστάτευε από την πλευρά της στεριάς το μικρό κάστρο του Πύργου Ραγίου σε λοφίσκο. Ο λόγος κατοικήθηκε ήδη από την προϊστορική περίοδο. Κατά τη μεταβυζαντική περίοδο κτίσθηκε εκεί πύργος. Στην ίδια περιοχή έχουν αποκαλυφθεί στην χερσόνησο Λυγιάς Ακρόπολη χρονολογούμενη από 5ο αιο. π.χ εως τους ελληνιστικούς χρόνους,, στη θέση Αστραβέτσι Ναόσχημο κτήριο ελληνιστικής εποχής, λαξευμένο στο βράχο, στη Θέση Λιουμπέτσι τετράγωνο ισοδομικό κτήριο ελληνιστικής εποχής και τέλος στη θέση Αγιονάζι τάφοι ελληνιστικής περιόδου.

    * Λαδοχώρι. Ρωμαϊκή έπαυλη με νεκρικό θάλαμο και ανάγλυφες σαρκοφάγους (2ος-3ος αι. μ.χ.). Επίσης αρκετά εκτεταμένος οικισμός των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων, ενώ η νεκρόπολη του ανευρέθη στην περιοχή του σταδίου Ηγουμενίτσας.

    * Ν. Σελεύκεια: Ρωμαϊκή αγροικία στην θέση "Τρουμπέ".

    * Μακρυχώρα: Ερείπια οικισμού ελληνιστικής εποχής και τάφοι στις δυτικές πλαγιές Μάλι Κλάδι.]

    * Πρασούδι: Στο νησάκι Πρασούδι υπάρχουν ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής.

    * Ηγουμενίτσα: Βυζαντινό και μετέπειτα ενετικό κάστρο στο λόφο ανατολικά της Νομαρχίας.

    * Γραικοχώρι: Ανεμόμυλος ιδιοκτησία πρώην Κοινότητας Γραικοχωρίου

    * Αγιονήσι: Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής.

    * Αγιος Βλάσιος: Μονή Ταξιαρχών Σούβλιασης (1637): Λόγω των καταστροφών του πολέμου και της γρήγορης ανοικοδόμησης της περιοχής, ελάχιστα παραδοσιακά κτίρια διασώζονται, κυρίως σε απομονωμένους οικισμούς όπως η Κρυόβρυση ή μισοερειπωμένα, όπως στο παλιό Λαδοχώρι.

Στην πόλη της Ηγουμενίτσας διατηρούνται η έπαυλη Πιτούλη (1933) με ιταλικού τύπου αρχιτεκτονική και ορισμένα νεότερα (Διοικητήριο, παλιό Δασαρχείο στο δασύλιο, ορισμένες διάσπαρτες μονοκατοικίες). Αξιόλογα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα είναι τα έργα του Αρη Κωνσταντινίδη (Ξενία, σήμερα ΤΕΙ και κτίριο Τελωνείου). Σύμφωνα με μια παλαιότερη μελέτη του Υπουργείου Εσωτερικών της περιόδου 1972-1977, η οποία είχε καταγράψει τους αξιόλογους οικισμούς όλης της χώρας, έχουν αξιολογηθεί ως αξιόλογοι οικισμοί το Καστρί και ο Άγιος Βλάσιος με βαθμό απαιτούμενης προστασίας ΒΠ3 (περιορισμένη προστασία).

Πηγή: http://www.igoumenitsa.gr/content/view/31/47/ Πρόσβαση: 19/11/20010

 
Γενικά στοιχεία PDF Εκτύπωση E-mail

Οικονομία

IMG_2806Η ανάλυση της τοπικής οικονομίας βάσει δεικτών περιφερειακής ανάλυσης, δεν είναι δυνατή στο επίπεδο του Δήμου λόγω της έλλειψης επαρκών στοιχείων ΑΕΠ ή απασχόλησης στο επίπεδο αυτό. Όπως ήδη αναφέρθηκε, στοιχεία ΑΕΠ δεν υπάρχουν καθόλου στο επίπεδο του Δήμου (στοιχεία ΑΕΠ είναι διαθέσιμα μόνο μέχρι το επίπεδο του Νομού), ενώ τα στοιχεία απασχόλησης για το επίπεδο του Δήμου και για το επίπεδο του Νομού είναι διαθέσιμα μόνο μέχρι το 1991 (τα στοιχεία της Ετήσιας Έρευνας Εργατικού Δυναμικού είναι διαθέσιμα μόνο μέχρι το επίπεδο της Περιφέρειας).

Παράλληλα, η παραγωγική δομή και η οικονομική δραστηριότητα του Δήμου Ηγουμενίτσας δεν μπορεί να μελετηθεί ανεξάρτητα από εξωτερικές εξαρτήσεις οι οποίες προέρχονται από το ευρύτερο οικονομικό σύστημα παραγωγής του Νομού Θεσπρωτίας και της Περιφέρειας Ηπείρου, στο οποίο εντάσσεται ο Δήμος αλλά, και από ευρύτερες παραμέτρους εθνικής και υπερεθνικής κλίμακας. Οι εξωτερικές αυτές εξαρτήσεις της οικονομίας του Δήμου υπήρχαν πάντοτε αλλά καθίστανται πλέον ολοένα και περισσότερο σημαντικές.

Δημογραφικά Στοιχεία

Ο πληθυσμός του Δήμου Ηγουμενίτσας σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Απογραφής Πληθυσμού της ΕΣΥΕ ανέρχεται το 2001 σε 14.630 κατοίκους και ο πληθυσμός του Νομού σε 46.091 κατοίκους.

Ο πληθυσμός του Δήμου Ηγουμενίτσας αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς την περίοδο από το 1913 έως το 1951 από 4.925 κατοίκους σε 6.919 κατοίκους. Την ίδια περίοδο για το σύνολο του Νομού Θεσπρωτίας ο πληθυσμός μειώνεται κατά 31%.

Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στον οικισμό –το σημερινό δημοτικό διαμέρισμα της Ηγουμενίτσας ο οποίος μεταξύ 1930-1940 καθίσταται σε μεγαλύτερο σε πληθυσμό οικισμός, και κατά δεύτερο λόγο στους γειτονικούς της πεδινούς οικισμούς (νέος προσφυγικός οικισμός Ν. Σελεύκειας, Λαδοχώρι, Μαυρούδι).

Πηγή: http://www.igoumenitsa.gr/content/view/58/75/ Πρόσβαση: 19/11/2010


 
Αξιοθέατα PDF Εκτύπωση E-mail

Ιερές Μονές-Ασκήτρια

Τόποι Λατρείας

Η θρησκεία αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο και η έμφυτη τάση του ανθρώπου να λατρέψει το Θεό έχει το δικό της στίγμα στην παγκόσμια ιστορία. Στους Έλληνες, το φαινόμενο αυτό αποτελεί διαχρονικά μια κυρίαρχη πραγματικότητα, όπως αποδεικνύουν τα λαμπρά μνημεία τέχνης και πολιτισμού που δημιούργησε η ελληνική ευσέβεια για να αποδώσει την τιμή και τη λατρεία στο «θείον». Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ολόκληρη η ελληνική επικράτεια έχει να παρουσιάσει τεράστιο αριθμό τέτοιων μνημείων, τόσο της κλασσικής αρχαιότητας, όσο και της μετά Χριστό εποχής. Κυριαρχούν βέβαια τα χριστιανικά μνημεία, αφού η Ελλάδα είναι ο πρώτος ευρωπαϊκός χώρος που δέχτηκε το χριστιανισμό και τον διατήρησε μέχρι σήμερα με άπειρους και ηρωικούς αγώνες.
Η «Πρώτη Ελλάδα», η Θεσπρωτία, ως κατ' εξοχήν ελληνικός χώρος, ακολουθεί και αυτή την ίδια πορεία στην ύπαρξη πλήθους θρησκευτικών μνημείων και λατρευτικών τόπων. Αξιόλογοι Ναοί, λαμπρά Μοναστήρια, ταπεινά Εξωκλήσια και απομονωμένα Ασκητήρια συνθέτουν τον θρησκευτικό πλούτο της περιοχής και δίνουν τη δική τους μαρτυρία για το θρησκευτικό συναίσθημα των Θεσπρωτών, από την πρώιμη χριστιανική αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Οι ιεροί αυτοί χώροι δεν είναι κατάλοιπα μιας περασμένης, ή μόνο δείγματα χριστιανικής αρχαιολογίας, αλλά παραμένουν -οι περισσότεροι- ενεργοί τόποι λατρείας και προσκυνήσεως του Θεού.
Η εικόνα ωστόσο που παρουσιάζουν σήμερα αυτά τα μνημεία είναι ανάλογη με τα περισσότερα μνημεία του ελληνικού χώρου. Λίγα από αυτά βρίσκονται σε καλή κατάσταση, ενώ τα περισσότερα έχουν πάνω τους εμφανή τα σημάδια του χρόνου που
πέρασε. Οι περισσότερες προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης είναι αποσπασματικές και χωρίς την κατάλληλη οργάνωση, γι' αυτό και δεν έφεραν μέχρι στιγμής τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Η σημερινή Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη και τους λοιπούς φορείς του Νομού, ξεκίνησε μια προσπάθεια για την βελτίωση της καταστάσεως των θρησκευτικών μνημείων και την διάσωσή τους. Μέρος αυτής της προσπάθειας αποτελεί και το παρόν έντυπο, που σκοπός του είναι η ευσύνοπτη παρουσίαση των πιο σημαντικών «τόπων λατρείας» της Μητροπόλεως Παραμυθιάς, Φιλιατών και Γιρομερίου, στα όρια της οποίας υπάγεται ο Νομός Θεσπρωτίας και ορισμένες περιοχές των γειτονικών Νομών Ιωαννίνων και Πρέβεζας.

Η παρουσίαση και η προβολή αυτών των χώρων, αποτελεί το ξεκίνημα για την περαιτέρω ανάδειξη και την τελική τους αποκατάσταση, έτσι ώστε να πάψει η Θεσπρωτία να είναι στον τομέα «tera incognita», για τον μεγαλύτερο αριθμό των προσκυνητών και των επισκεπτών της.
Χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι η μεγάλη ανάπτυξη του τουρισμού. Σημαντική θέση του τουριστικού ενδιαφέροντος κατέχει η εξειδικευμένη μορφή του, που ονομάζεται θρησκευτικός τουρισμός. Αυτόν τον τομέα έρχεται να καλύψει η έκδοση αυτή για τον θεσπρωτικό χώρο και να παρουσιάσει στο ευρύ κοινό, πέρα από τη Θεσπρωτία του μύθου και της ιστορίας, τη Θεσπρωτία της χριστιανικής θρησκείας και της Ορθοδοξίας.

 Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Γηρομερίου

Ιδρύθηκε στις αρχές του 14ου  αιώνα (1310-1320), από τον Όσιο Νείλο τον Εριχιώτη και ήταν ένα από τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα στην Ήπειρο. Χρημάτισε έδρα Πατριαρχικής Εξαρχίας και Επισκοπής με 12 χωριά της επαρχίας και την πόλη των Φιλιατών. Λειτούργησε Κρυφό Σχολειό και Ιερατική Σχολή. Το καθολικό, είναι ναός τετρακίονος σταυροειδής εγγεγραμμένος μετά τρούλου, κτισμένος τον 14ο  αιώνα και ανακαινισμένος τον 16ο (1568). Κοσμείται με άριστες βυζαντινές τοιχογραφίες του 16ου και λαϊκότροπες του 17ου αιώνα. Το τέμπλο είναι κατασκευασμένο το 1824. Σώζονται αρκετά κειμήλια. Η Μονή δέχεται προσκυνητές καθημερινά από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Απέχει 8 χιλιόμετρα από τους Φιλιάτες, 23 χλμ. από την Ηγουμενίτσα και από τα Ιωάννινα 100 χλμ. περίπου μέσω της Εθνικής Οδού ή 82 χλμ. μέσω Κεραμίτσας.

 Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου Καμίτσιανης

Το αρχικό έτος ιδρύσεως της Μονής είναι άγνωστο. Ανακαινίστηκε στον 18ο αιώνα (1758-1773) από τον ιερομόναχο Παϊσιο επί των ερειπίων της προϋπάρχουσας Μονής η οποία καταστράφηκε, άγνωστο πώς και πότε και αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο. Υπήρξε πλούσια Μονή, με μεγάλη περιουσία και σπουδαία βιβλιοθήκη. Σήμερα σώζεται μόνο το Καθολικό που ανήκει στο ρυθμό των τετρακιονίων σταυροειδών μετά τρούλου και λειτουργεί ως ενοριακός ναός. Οι τοιχογραφίες και ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος χρονολογούνται στην εποχή της ανακαινίσεως. Απέχει από τους Φιλιάτες 32 χλμ.

 Ι.Μ. Παναγιάς Παραμυθιάς

Από τη Μονή της Παναγίας Παραμυθιάς, πήρε πιθανώς το όνομά της η πόλη της Παραμυθιάς. Κτίστηκε στο β' μισό του 13ου  αιώνος, νοτιοδυτικά της πόλεως και το Καθολικό της ανήκει στον τύπο του δίστηλου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με νάρθηκα. Δεν διασώθηκαν πολλές πληροφορίες σχετικά με την ιστορική της πορεία. Κατά την παράδοση, σ' αυτή διαφυλάχτηκαν για λίγο διάστημα, τα λείψανα του Αγ. Σπυρίδωνος και της Αγ. Θεοδώρας, κατά τη διαδρομή τους από την Κων/πολη στην Κέρκυρα. Εκεί επίσης ετάφη το λείψανο του Αγ. Αναστασίου του εκ Παραμυθιάς. Από τα σωζόμενα κειμήλια αξιόλογος είναι ο χρυσοκέντητος Επιτάφιος του 1587, έργο του Μοναχού Αρσενίου.

 Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Δονάτου

Κτίσμα του 20ου αιώνα, δεσπόζει μεγαλοπρεπής στο κέντρο της Παραμυθιάς όπου διαφυλάσσεται τμήμα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Δονάτου, πολιούχου της Θεσπρωτίας. Εορτάζει στις 30 Απριλίου και στις 29 Σεπτεμβρίου.

Ι.Μ. Αγίας Παρασκευής (Πούντας)

Η εποχή της ιδρύσεώς της είναι άγνωστη. Βρίσκεται κτισμένη στους πρόποδες μικρού λόφου, κοντά στο Καναλάκι Πρέβεζας. Υπήρξε  πλούσια Μονή με μεγάλη κτηματική περιουσία και προσφορά.
Ανέκαθεν γυναικεία, σήμερα βρίσκεται σε περίοδο ακμής.
Ριζικά ανακαινισμένη και με γυναικεία αδελφότητα, αποτελεί σημαντικό προσκύνημα, καθώς μέσα στο Καθολικό της σώζεται ο τάφος της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Παρασκευής.
Διαθέτει πολύ άνετη οδική πρόσβαση και δέχεται προσκυνητές, εκτός των μεσημβρινών ωρών, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Ι.Μ. Αγίου Δημητρίου Κυψέλης 

Βρίσκεται κοντά στο χωριό Κυψέλη του νομού Πρέβεζας. Ιδρύθηκε κατά τον 12ο  αιώνα και αποτελεί σημαντικό βυζαντινό μνημείο της περιοχής, με θαυμάσια αρχιτεκτονική και πλούσια κεραμική διακόσμηση. Η πρόσβαση γίνεται μέσω χωματόδρομου από την Κυψέλη.

 Ι.Μ. Αγίου Αθανασίου Πέρδικας

Βρίσκεται σε ειδυλλιακή τοποθεσία, κοντά στο χωριό Πέρδικα. Κτίσμα πιθανώς του 19ου αιώνα. Επισκέψιμο όλο το χρόνο. Εορτάζει στις 2 Μαΐου.

 Ι.Μ. Αγίου Μηνά Κοκκινολιθαρίου

Το Μετέωρο της Ηπείρου, βρίσκεται στο χωριό Κοκκινολιθάρι του Δήμου Φιλιατών, στον δρόμο που ενώνει τους Φιλιάτες με τα Ιωάννινα, μέσω Κεραμίτσας και Βροσύνας και αποτελεί ένα από τα πλέον γραφικά αξιοθέατα και από τα μεγαλύτερα θρησκευτικά προσκυνήματα του Θεσπρωτικού χώρου. Η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων και καλύπτεται με ένα μεγάλο πλήθος θρύλων και παραδόσεων. Είναι Μετόχι, δηλαδή ανήκει στην Μονή Γιρομερίου, τουλάχιστον από το 1667. Πανηγυρίζει στις 11 Νοεμβρίου και είναι επισκέψιμο όλο το χρόνο. 

Ι.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ραγίου

Είναι κτισμένη στα αριστερά του δρόμου της Ηγουμενίτσας προς Σαγιάδα, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ιδρύθηκε πιθανώς τον 12ο ή 13ο αιώνα, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Λόγω της θέσης της λεηλατήθηκε πολλές φορές. Ανακαινίσθηκε το 1865 από τον ηγούμενο Ναθαναήλ. Σήμερα σώζεται το Καθολικό ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού τύπου, με πρόναο, τρούλο και χώρους στον κυρίως ναό, κατάγραφο από τοιχογραφίες, δυστυχώς ημικατεστραμμένες.
Από το 1989 εγκαταστάθηκε μικρή μοναστική αδελφότητα και είναι επισκέψιμο σε όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Ι.Μ. Παγανιών

Βρίσκεται κοντά στο χωριό Καλλιθέα Παραμυθιάς, σε πανοραμική τοποθεσία. Κτίστηκε το 1652 και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ιδρυτής αναφέρεται ο ιερομόναχος Ιωακείμ. Υπήρξε πλούσια Μονή με σημαντική δράση και προσφορά. Σήμερα διατηρείται σε καλή κατάσταση το μονόχωρο Καθολικό της, αγιογραφημένο την εποχή της ιδρύσεως, ενώ το υπόλοιπο κτιριακό συγκρότημα είναι πρόσφατα ανακαινισμένο. Λειτουργεί την τελευταία Κυριακή κάθε μήνα. Η πρόσβαση γίνεται από την εθνική οδό Ιωαννίνων-Ηγουμενίτσας μέσω ανηφορικής παράκαμψης 3 χιλιομέτρων περίπου.

Ι.Μ. Μίχλας 

Βρίσκεται σε δασωμένο μέρος, δύο χλμ. από την Εθνική Οδό Ηγουμενίτσας - Ιωαννίνων, κοντά στο χωριό Πολύδροσο. Άγνωστο το έτος ιδρύσεως. Ανακαινίστηκε από τον Ηγούμενο Λεόντιο το 1845. Πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου.

Ι.Μ. Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλακωτής

Βρίσκεται 2 χλμ. νοτιοδυτικά του χωριού Πλακωτή. Ιδρύθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή. Το Καθολικό, σπάνιου αρχιτεκτονικού ρυθμού για την Ήπειρο, διασώζει ελάχιστες τοιχογραφίες 13ου – 14ου αιώνα.

Ι.Μ. Κοιμήσεως Θεοτόκου Οσδίνας

Κτίστηκε το 1609, από τον Ιωάννη Πετροψαρά στον τύπο του μονόχωρου καμαροσκέπαστου με χαγιάτι στη νότια πλευρά. Αργότερα μετατράπηκε σε σταυρεπίστεγο. Η πρόσβαση γίνεται από την Εθνική οδό Ιωαννίνων –Ηγουμενίτσης, μέσω του χωριού Πλακωτή.

Ι.Μ. Αγίου Αθανασίου Βαβουρίου 

Βρίσκεται κοντά στο χωριό Βαβούρι, κτισμένη επάνω σε χαμηλό λόφο στα βουνά τη Μουργκάνας. Πιθανότατα δεν είναι παλαιότερο του 18ου αιώνα. Πρόσβαση από χωματόδρομο 3 χλμ.

Ι.Μ. Αγίου Δημητρίου Καμινίου

Βρίσκεται στο χωριό Καμίνι Παραμυθιάς. Σώζεται μόνο το Καθολικό, κτίσμα του 130v αιώνα και ανακαινισμένο κατά τον 18ο αιώνα.

Ι.Μ. Αγίας Κυριακής Γαρδικίου

Βρίσκεται μέσα στο χωριό Γαρδίκι Δήμου Αχέροντα.
Σώζεται μόνο το Καθολικό κτίσμα πιθανώς του 14ου αιώνα.

Ι.Μ. Αγίας Παρασκευής Πλαταριάς 

Αριστερά του δρόμου προς Ηγουμενίτσα, τρία χιλιόμετρα από την Πλαταριά, βρίσκεται το εξωκλήσι της Αγ. Παρασκευής. Σύμφωνα με την παράδοση, σε κοντινή θέση βρίσκονταν Μοναστήρι της εποχή της Ενετοκρατίας. Τη δεκαετία του '60, τα απομεινάρια της Μονής γκρεμίστηκαν και κτίστηκε ο νέος Ναός στη σημερινή του θέση. Λόγω της πανέμορφης τοποθεσίας και της εύκολης πρόσβασης, αποτελεί πόλο έλξης για πολλούς επισκέπτες.

Το Ασκηταριό του Αγίου Αρσενίου του Ερημίτη 

Σε μια μικρή σπηλιά, που βρίσκεται στην Ν.Α απότομη πλαγιά του μικρού βουνού Ερημίτης (518 μ.) και σε μικρή απόσταση Ν.Α του χωριού Μόρφη (παλιό Μορφάτι) της επαρχίας Μαργαριτίου του Ν. Θεσπρωτίας, είναι χτισμένο ένα εκκλησάκι, αφιερωμένο στον Άγιο Αρσένιο. Το ασκηταριό, σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στη δεξιά άκρη του χτιστού τέμπλου της, ιστορήθηκε από τους Χιονιαδίτες αγιογράφους Αναστάσιο και Παντούλη, το 1872.

Ναός Παναγιάς Γλυκής 

Ερειπωμένος σήμερα, βρίσκεται στο χωριό Γλυκή. κτίστηκε ως τρίκλιτη βασιλική κατά την μεσοβυζαντινή εποχή. Στη θέση αυτή βρίσκονταν κάποιος παλαιοχριστιανικός Ναός από τον οποίο προέρχονται αρκετά αρχιτεκτονικά μέλη. Σε ανασκαφές που έγιναν παλαιότερα βρέθηκαν αρκετοί τάφοι, παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα, μεσοβυζαντινά ανάγλυφα και νομίσματα διαφόρων εποχών.

Ασκηταριό Οσίου Νείλου

Βρίσκεται επάνω από τον δρόμο που οδηγεί από Φιλιάτες προς Τσαμαντά. Στην εξωτερική πλευρά του τοίχου που βρίσκεται στην είσοδο της σπηλιάς, σώζεται τοιχογραφία Αρχάγγελου και άλλες στο εσωτερικό της, του 14ου αιώνα. Μπορεί κανείς να προσκυνήσει στον σπηλαιώδη ναό στη βάση του βράχου.

Ασκηταριό Αγίου Αρσενίου

Στα βουνά της Παραμυθιάς σε μια απόκρημνη τοποθεσία πάνω από το χωριό Βέλλιανη βρίσκεται το Ασκητήριο του Αγίου Αρσενίου που τιμάται ιδιαίτερα από τους περίοικους στις 8 Μαΐου.

Μνημεία 

Η Θεσπρωτία, μία περιοχή πλούσια σε φιλολογική παράδοση, έχει να επιδείξει έναν ανεξάντλητο πλούτο μνημείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς: δεκάδες οχυρωμένους και ανοχύρωτους οικισμούς -μερικοί τόσο μεγάλοι σε έκταση και πληθυσμό την περίοδο της ακμής τους, που θα τους ζήλευε η σύγχρονη Θεσπρωτία κάστρα καθαρά στρατιωτικού χαρακτήρα, νεκροπόλεις καθώς και εκατοντάδες θέσεις με μεμονωμένα αρχαία μνημεία.

Βυζαντινά Μνημεία
Ο χριστιανισμός θεωρείται ότι διαδόθηκε στην Ήπειρο από τη Νικόπολη, όπου τον 1ο μ.Χ. αι. υπήρχε ήδη δραστήρια χριστιανική κοινότητα, της οποίας ως ιδρυτής αναφέρεται ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, ο οποίος πιστεύεται ότι παρέμεινε στην πόλη ένα χειμώνα.

Αρχαία – Ρωμαϊκά

Κασνέτσι

Βόρεια του χωριού Μύλοι, βορειοδυτικά των Φιλιατών, δεξιά του δρόμου Φιλιατών-Σαγιάδας, επάνω σε κωνικό λόφο βρίσκεται το μικρό κάστρο, του οποίου η παλαιότερη φάση μπορεί να χρονολογηθεί στη ρωμαϊκή περίοδο. Έλεγχε από βορρά την πεδιάδα της Γ(Τ)ιτάνης και τη διάβαση προς Πλαίσιο-Βουθρωτό. Ασβεστόχτιστο τείχος πάχους 2μ. με μικρούς και μεγάλους απελέκητους λίθους και περίμετρο 360μ. περιβάλλει τη σχετικά επίπεδη κορυφή του λόφου, έκτασης 0,55 εκταρίων. Το κάστρο ενισχύουν επτά ορθογώνιοι πύργοι. Η κύρια πύλη βρίσκεται στην ανατολική πλευρά, ενώ δύο άλλες στη δυτική και βόρεια. Οχετός, πλάτους 0,15-0,20μ. και ύψους 0,55μ. χρησίμευε για την αποχέτευση των νερών της βροχής. Στο εσωτερικό του κάστρου διατηρείται μία ορθογώνια αασβεστόχτιστη καμαροσκέπαστη δεξαμενή, διαστάσεων 4Χ2,5μ., επιχρισμένη με υδραυλικό κονίαμα, η οποία χρησίμευε για αποθήκευση νερού.

Ταφικό ηρώο (στη θέση "Μάρμαρα" Ζερβοχωρίου)                               

Στη θέση Μάρμαρα στον κάμπο Ζερβοχωρίου (τ. Δραγουμή), μερικές εκατοντάδες μέτρα από τον ποταμό Κωκυτό, αποκαλύφθηκε τετράγωνο κτήριο διαστάσεων 15,36χ15,47μ. με πρόσοψη προς ΒΑ, χτισμένο με λαξευμένους γωνιόλιθους μεγάλων διαστάσεων, που, όπως έδειξε η αρχαιολογική έρευνα, πρόκειται για ταφικό ηρώο. Σε αρκετά καλή κατάσταση σώζεται ο ορθοστάτης του τοίχου της πρόσοψης και οι δύο πλαϊνές πλευρές. Στη ΒΔ πλευρά αποκαλύφθηκε μεγάλων διαστάσεων συλημένος κιβωτιόσχημος τάφος και ακριβώς απέναντί του το δάπεδο μιας υπέργειας κατασκευής που λειτουργούσε ως "τράπεζα προσφορών". Τον υπαίθριο χαρακτήρα του μνημείου επιβεβαιώνει η ανυπαρξία κεραμιδιών στέγης, ενώ στο εσωτερικό του βρέθηκαν διάσπαρτα αρκετά όστρακα πήλινων άβαφων και μελαμβαφών αγγείων, στοιχεία που μας επιτρέπουν τη χρονολόγησή του στην ελληνιστική περίοδο (30ς αι. Π.Χ.), από την οποία είναι γνωστά αρκετά παρόμοια ταφικά ηρώα από την περιοχή της βορειοδυτικής Ελλάδας.

Πολυνέρι (σημ. Κούτσι)                               

Στις ανατολικές πλαγιές του βουνού "Βραχωνάς'" βρίσκεται αρχαίος οικισμός που ελέγχει την πεδιάδα της Πλαταριάς. Η θέση είναι φυσικά οχυρή, ιδίως από τη βόρεια και νότια πλευρά, με απότομες πλαγιές και απόκρημνους βράχους. Ομαλότερη είναι η ανατολική και κυρίως η δυτική πλευρά που συνδέεται με το Βραχωνά, όπου και η κύρια πύλη του κάστρου. Περιβάλλεται από πολυγωνικό τείχος περιμέτρου 900μ., πάχους 3,40/3,50-3,80μ., ενώ τρεις ορθογώνιοι πύργοι ενισχύουν την άμυνα του οικισμού. Η κύρια πύλη στη δυτική πλευρά προστατεύεται με μία ισχυρή προβολή του τείχους, ενώ μια άλλη δευτερεύουσα πύλη στα ανατολικά οδηγούσε σε μια πηγή και στην πεδιάδα. Η επιμελημένη τοιχοδομία, με πολυγωνικούς λίθους αλλά και ογκώδεις ορθοστάτες, τοποθετεί το τείχος και τον οικισμό στο τέλος της κλασσικής περιόδου. Στα ρωμαϊκά, πιθανόν, χρόνια στη ΒΔ γωνία του αρχαίου κάστρου χτίστηκε εσωτερικά μία νεότερη τριγωνική οχύρωση, το τείχος της οποίας είναι χτισμένο με υδραυλικό κονίαμα και απελέκητους μικρούς λίθους, μεταξύ των οποίων διακρίνονται θραύσματα κεραμιδιών ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Το τμήμα αυτό του κάστρου χρησιμοποιήθηκε και κατά τη βυζαντινή περίοδο.

Ραβενή                                   

Στη δεξιά όχθη του Καλαμά, 7 χλμ. δυτικά της Βροσίνας, στην κορυφή λόφου νότια από το σύγχρονο ομώνυμο χωριό, βρίσκεται ο αρχαίος οικισμός, τον οποίο ο Hammond ταύτισε με τη Φανοτή, χωρίς όμως αυτό να γίνει αποδεκτό. Τα τείχη, περιμέτρου 590μ., περιβάλλουν έκταση δύο εκταρίων. Πρόκειται για κώμη 500-1.000 περίπου κατοίκων. Το ύψωμα, όπου ο αρχαίος οικισμός, πέφτει απότομα προς το ποτάμι και ήρεμα προς βορρά, προς το σύγχρονο χωριό. Στη βραχώδη και πολύ απόκρημνη νότια πλευρά δε διατηρούνται ίχνη τειχών. Σε αρκετά καλή κατάσταση σώζονται τα τείχη της ανατολικής, δυτικής και βόρειας πλευράς, όπου και η πύλη. Τα σωζόμενα λείψανα τοίχων αντιστήριξης και κτηρίων υποδηλώνουν δόμηση κατά το ορθογώνιο ιπποοδάμειο σύστημα .

Φανοτή (σημ. Ντόλιανη)

Σύμφωνα με το Σ. Δάκαρη, η -αναφερόμενη από τον Πολύβιο και το ρωμαίο Τίτο Λίβιο (Titυs Liviuς) πρωτεύουσα των Φανοτέων πρέπει να ταυτιστεί με τον οικισμό της Ντόλιανης του δήμου Παραποτάμου, πάνω σε μεμονωμένο λόφο στη βόρεια όχθη του Καλαμά. Ο εξωτερικός περίβολος, περιμέτρου 1.042μ. μαζί με το γκρεμό, περικλείει έκταση 5,3 εκταρίων που συνηγορεί για πληθυσμό περίπου 1.600 κατοίκων. Η βόρεια και ανατολική πλευρά του υψώματος διαθέτουν δύο, σύγχρονα μεταξύ τους, επάλληλα ισοδομικά τείχη. Της τοξωτής κύριας πύλης σώζονται στην αρχική τους θέση οι παραστάδες. Αρκετά καλά σώζονται το εξωτερικό τείχος στα ανατολικά της πύλης, αλλά και το εσωτερικό, μήκους 720μ., που περιβάλλει την κορυφή εν είδη ακρόπολης.

Ερείπια αρχαίων κτηρίων και κάποιων νεότερων (Τουρκοκρατίας;) με ξερολιθιά σώζονται σε όλη την έκταση του οικισμού. Με την ολοκλήρωση της γέφυρας στον Καλαμά, πολύ κοντά στον αρχαιολογικό χώρο, η Ντόλιανη θα απέχει 3 χλμ. από την εθνική οδό Ηγουμενίτσας -Ιωαννίνων.

Δυμόκαστρο (ή Ελληνόκαστρο)                              

Τειχισμένος παράλιος οικισμός, σε ασβεστολιθική πλαγιά που καταλήγει στο Ιόνιο στο νότιο άκρο της παραλίας Καραβοστάσι, δυτικά του χωριού Πέρδικα. Έχει ταυτιστεί με την αρχαία Ελίνα που αναφέρεται σε μολύβδινη επιγραφή από τη Δωδώνη. Το όνομα είναι παράγωγο του εθνικού 'Έλινοί", γνωστού από το Στέφανο Βυζάντιο θεσπρωτικού φύλου, που ζούσε στην περιοχή Μαργαριτίου  Δυμοκάστρου. Ο έκτασης 22 εκταρίων και περιμέτρου τείχους 3.404 μ. οικισμός εκτείνεται από την υψηλότερη (226 μ.) ανατολική κορυφή του λόφου μέχρι τη θάλασσα, έχοντας μέγιστο άξονα 1.000 μ. και μέσο πλάτος 200 μ. Ο πληθυσμός του την περίοδο της ακμής έφθανε τους 6.000 κατοίκους. Τα τείχη της αρχικής φάσης του 4ου π.χ. αι. περικλείουν τη σχετικά ομαλή επιφάνεια στην κορυφή του λόφου, έχουν μήκος 1.600 μ. και πάχος 3,5 μ. και ενισχύονται από ορθογώνιου ς πύργους. Διακρίνονται λαξεύματα στο βράχο για τη θεμελίωση οικοδομημάτων, τοίχοι αντιστήριξης, ερείπια κτηρίων, στοές, δεξαμενές κτλ. Το μήκους 1.400 μ. δυτικό τείχος προστέθηκε στην ελληνιστική περίοδο, εντάσσοντας στην οχύρωση και το ασφαλισμένο λιμανάκι, στην περιοχή του οποίου σώζεται σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση τμήμα του τείχους με συνανήκοντες πύργους. Λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους υπάρχουν τοίχοι αντιστήριξης για τη δημιουργία ανδήρων (επιπέδων) και ίχνη κτηρίων πάνω σε αυτά. Μετά από εκτεταμένη πυρκαγιά πραγματοποιήθηκε, το 1989, μικρής έκτασης σωστική ανασκαφή σε ταφικό τύμβο ανατολικά του οικισμού. Ο πρόσφατα πραγματοποιηθείς καθαρισμός ανέδειξε τα τείχη της οχύρωσης, τόσο στην κορυφή του υψώματος, όσο και στην παραλία.

Χερσόνησος Λυγιάς - Πύργος Λυγιάς ή Ραγίου

Βόρεια του κόλπου της Ηγουμενίτσας βρίσκεται η χερσόνησος της Λυγιάς ή Λυγαριάς με τα τρία κάστρα της και στο κέντρο του αποστραγγισθέντος βάλτου το κάστρο του Πύργου Λυγιάς ή Ραγίου. Ο περιτειχισμένος οικισμός των τριών συνεχόμενων κάστρων της Λυγιάς, έκτασης διπλάσιας (58 εκτάρια) τουλάχιστον της Γ (Τ)ιτάνης και πληθυσμού σχεδόν ίσου με αυτήν (περίπου 6.000 κάτοικοι), έχει ταυτισθεί με τη γνωστή από τη φιλολογική παράδοση Τορώνη, αποικία, πιθανότατα, των Κερκυραίων στην Ήπειρο κατά την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Ισοδομικό είναι το περιμέτρου 540μ. σωζόμενο στον ανατολικότερο των λοφίσκων της χερσονήσου τείχος. Η βόρεια πλευρά της οχύρωσης έχει σχεδόν εξαφανισθεί, ενώ η ανατολική και η νότια διατηρούνται μέχρι και ύψος 1,5 μ. Αρκετά καλά διατηρούνται οι εννέα ημικυκλικοί και ορθογώνιοι πύργοι, που ενίσχυαν τα τείχη και προστάτευαν τις πύλες. Η κατάσταση διατήρησης των τειχών του κάστρου Β δεν είναι ιδιαίτερα καλή, ενώ πλήρως απογοητευτική είναι αυτή του δυτικότερου κάστρου C.

Το μικρό κάστρο του Πύργου Ραγίου ήταν, πιθανότατα, καθαρά στρατιωτικού χαρακτήρα φρούριο, το οποίο προστάτευε από βόρεια τον οικισμό της χερσονήσου. Ισοδομικό τείχος, περιμέτρου 235μ., περιβάλλει το λοφίσκο του Πύργου, ενισχυμένο με πύργους που προστατεύουν τις πύλες και τα άλλα βατά σημεία. Ο τρόπος δόμησης των τειχών, διαφορετικός των άλλων οικισμών της Θεσπρωτίας, και τα ανασκαφικά ευρήματα χρονολογούν τα τείχη στον 5ο π.χ. αι., ενώ διαπιστώθηκε κατοίκηση στο χώρο από την προϊστορική ήδη περίοδο. Σώζεται λαξευμένη στο βράχο κυκλική δεξαμενή νερού και λείψανα κρηναίου οικοδομήματος. Η κατάσταση διατήρησης των τειχών είναι αρκετά καλή, όπως άλλωστε και του μεταβυζαντινού πύργου, που χτίστηκε πάνω στα ερείπια του αρχαίου, ο οποίος προστάτευε μία από τις εισόδους στο κάστρο.

Γιτάνη ή Τιτάνη (σημ. Γκούμανη)

Πολιτικό κέντρο των Θεσπρωτών και δεύτερη, κατά σειρά αρχαιότητας, πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας. Έχει ταυτιστεί με τα ερείπια της Γκούμανης στη ΝΔ πλαγιά του βουνού της Βρυσέλλας, σε απόσταση 1,5 χιλ. από το φράγμα του Καλαμά. Ήταν οχυρωμένη με πολυγωνικό τείχος περιμέτρου 2.400μ. και σωζόμενου ύψους 2-3μ. Η περιτειχισμένη έκταση ανέρχεται σε 280 στρέμματα, ενώ η οικοδομημένη περιοχή καταλαμβάνει το σχετικά ομαλό νότιο τμήμα της, έκτασης 180 στρεμμάτων. Στο εσωτερικό των τειχών διακρίνονται ίχνη κάποιων μεγάλων δρόμων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις είναι ορατό το κάτω μέρος των τοίχων των κτηρίων. Δυτικά, εξωτερικά των τειχών, υπήρχε θέατρο χωρητικότητας 4-5 χιλιάδων θεατών. Ο πληθυσμός της την περίοδο της ακμής της υπολογίζεται σε 6.000 κατοίκους. Μέρος των τειχών στην ανατολική πλευρά έχει παρασυρθεί από τον Καλαμά, ενώ μεγάλες είναι οι φθορές εντός του οικισμού από την καταστρεπτική υπόγεια δράση των υδάτων του ποταμού. Η ανασκαφική έρευνα άρχισε το 1969 στην ακρόπολη, για να συνεχιστεί από το 1986 και εντεύθεν σε διάφορα, δημόσια κυρίως, κτήρια στον οικισμό και πρόσφατα, το 1997, στο θέατρο, αποκαλύπτοντας τμήμα του κέντρου του κοίλου, του χώρου δηλαδή που καθόταν οι θεατές, το οποίο σώζεται καλύτερα από το ευρισκόμενο σε ερειπιώδη κατάσταση υπόλοιπο κτίσμα.

Ελέα (Χρυσαυγή - Βέλιανη)                         

Έχει ταυτιστεί με τα ερείπια αρχαίου οικισμού νότια της Παραμυθιάς, ανατολικά της Χρυσαυγής. Πρόκειται για το σημαντικότερο οικισμό στην Ελεάτιδα, την περιοχή δηλαδή μεταξύ Νεκρομαντείου και Παραμυθιάς, όπου κατοικούσε το φύλο των Ελεατών Θεσπρωτών. Για μερικές δεκαετίες μετά την ίδρυσή της (μέσα 4ου π.Χ. αι.) υπήρξε πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας και έδρα του Κοινού των Θεσπρωτών. Το όνομα της βεβαιώνεται από την αρχαία παράδοση, επιγραφές του 4ου π.Χ. αι. και τα νομίσματα των Ελεατών (360-340 π.Χ.). Ο αρχαίος οικισμός βρίσκεται σε επικλινές και ευρύχωρο επίπεδο, εμβαδού 105 στρεμμάτων, στην κορυφή ενός πρόβουνου του Γκορίλα, σε υψόμετρο 460-525 μ. Ο πληθυσμός του εντός των τειχών οικισμού -γιατί την ελληνιστική περίοδο ο οικισμός αναπτύχθηκε και εκτός των τειχών- ανερχόταν σε 3.000 κατοίκους. Η κατασκευή του τείχους και της πύλης στη ΒΑ/Α πλευρά είναι μνημειακή. Το πάχος του ξεπερνά τα 4,5μ. και το σωζόμενο ύψος του τα 6μ. ακόμα και σήμερα. Ο οικισμός διασχίζεται από ΒΑ προς ΝΔ από κεντρική οδική αρτηρία που πιθανόν κατέληγε στις δύο κύριες πύλες, την ανατολική και τη νοτιοδυτική. Αριστερά και δεξιά βρισκόταν ορθογώνια οικοδομικά συγκροτήματα. Στα νότια της κεντρικής αρτηρίας ευρύτερος ορθογώνιος χώρος, πλαισιωμένος από την ανασκαφείσα στοά, το θέατρο και κάποια άλλα κτήρια, χρησίμευε ως πολιτική αγορά. Από το θέατρο διατηρούνται στη θέση τους λίγα εδώλια και λείψανα τοίχων της σκηνής. Η μεγάλη διάμετρος του κοίλου ήταν 45-50 μ., το ύψος του 889μ. και η χωρητικότητα του 3-4 χιλιάδες θεατές. Η ανασκαφική έρευνα στην Ελέα, που άρχισε το 1985, έχει αποκαλύψει μία ελληνιστικών χρόνων στοά, δυτικά του θεάτρου, ημιυπόγειους αποθηκευτικούς χώρους, ναΐσκο και δημόσιο κτήριο μεγάλων διαστάσεων.

Οσδίνα ή Οuζντίνα (περιοχή Πέντε Εκκλησιές)

Στη βραχώδη ράχη Παλιοχώρα, σε φυσικά οχυρή θέση στην ανατολική όχθη του Καλαμά, κάτω από το χωριό Πέντε Εκκλησιές, στην έξοδο του ποταμού από το στενό φαράγγι στην εύφορη κοιλάδα, αιώνες αργότερα από την εγκατάλειψη του ελληνιστικού οικισμού, από τον οποίο μικρά μόνο τμήματα της πολυγωνικής οχύρωσής του διατηρούνται, ιδρύθηκε η βυζαντινή Οσδίνα ή Ουζντίνα. Η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τη διάρκεια των υστεροβυζαντινών (13ος-14ος) και πρώτων μεταβυζαντινών (15ος -17ος) αιώνων. Η ύπαρξη τεσσάρων εκκλησιών εντός του οικισμού, εκ των οποίων των Ταξιαρχών (1577) και της Κοίμησης της Θεοτόκου (1609-1610) διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση, καθώς και ακόμη περισσότερων στην ευρύτερη περιοχή δηλώνει την έντονη θρησκευτική δραστηριότητα των ασχολούμενων, κατά κύριο λόγο, με τη γεωργία κατοίκων του οικισμού.

Παραμυθιά                            

Η επίκαιρη θέση της, ο αποκαλυφθείς στην περιοχή κιβωτιόσχημος τάφος της Υστεροελλαδικής Περιόδου καθώς και τα προερχόμενα από την περιοχή κινητά ευρήματα συνηγορούν στην ύπαρξη του, μοναδικού ίσως εντός των ορίων του νομού Θεσπρωτίας, οικισμού της 2ης π.Χ. χιλιετίας (εποχή Χαλκού) στην περιοχή της σύγχρονης Παραμυθιάς. Για την ύπαρξη οικισμού των ιστορικών χρόνων στη θέση της σημερινής πόλης αψευδείς μάρτυρες αποτελούν το αρχαίο κάστρο στο λοφίσκο του Γαλατά και το πολύ μεγαλύτερο του ''Αγ. Δονάτου". Το δεύτερο ίσως είναι το αναφερόμενο από τον Προκόπιο οχυρό, όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι της γειτονικής Φωτικής από την περίοδο του lουστινιανού και έπειτα. Από κάποιους μελετητές η περιοχή της Παραμυθιάς ταυτίζεται με τη θέση της νεότερης Εύροιας. Ιστορικά και αρχαιολογικά είναι βεβαιωμένη η ύπαρξη οικισμού της υστεροβυζαντινής περιόδου (Ι.Μ. Παναγίας), ο οποίος αρχικά με το όνομα Α γ. Δονάτος και αργότερα με αυτό της Παραμυθιάς -που πήρε το όνομά της από την Ι.Μ. της Παναγίας της "Παραμυθίας" (Παρηγορήτριας))αποτέλεσε ουσιαστικά την πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας. Ο οικισμός αυτός γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο (λουτρά, "Κούλια").

Παλαιά Ευροία (Γλuκή)                               

Η γνωστή από τη φιλολογική παράδοση πόλη της (Παλαιάς) Ευροίας τοποθετείται στη θέση του σημερινού χωριού Γλυκή, στη δυτική όχθη του ποταμού Αχέροντα, παρόλο που είναι σχεδόν ανύπαρκτες αρχαιολογικές μαρτυρίες, οι οποίες να πιστοποιούν την ύπαρξη ενός εκτεταμένου παλαιοχριστιανικού οικισμού. Η πρωιμότερη, παλαιοχριστιανική, φάση της σωζόμενης σε ερείπια τρίκλιτης μεσοβυζαντινής βασιλικής ταυτίζεται με το μαρτυρημένο από ιστορικές πηγές μεγάλο ναό, που έχτισε ο επίσκοπο ς της πόλης Δονάτος με χορηγία του Μεγάλου Θεοδοσίου. Ο Προκόπιος αναφέρει μετακίνηση των κατοίκων της Εύροιας την εποχή του lουστινιανού (6ος αιώνας) σε ασφαλέστερη θέση, η οποία έχει κατά καιρούς ταυτιστεί με το κάστρο των lωαννίνων, με το λόφο Καστρί στη θέση της αρχαίας Πανδοσίας, είτε, τέλος, με τη θέση της μεταγενέστερης Παραμυθιάς.

Φωτική                                 

Η ρωμαϊκή αποικία της Φωτικής (1ος π.Χ. αι.) έχει ταυτιστεί με τα ερείπια στη θέση "Λιμπόνι", ΒΑ της Παραμυθιάς. Τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν επαρκούν για την ακριβή οριοθέτηση της πόλης στις διάφορες φάσεις του μακραίωνο υ βίου της. Η φήμη του επισκόπου της Διαδόχου στη σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) συνηγορεί για την ευημερία της πόλης κατά τα τελευταία χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Δύσης. Η αρχικά ατείχιστη πόλη ανακαινίσθηκε την εποχή του Ιουστινιανού, ενώ για την ασφάλεια των κατοικιών της κτίσθηκε οχυρό (Προκόπιος, "Περί Κτισμάτων"). Αδιευκρίνιστη παραμένει η ταύτιση του οχυρού αυτού με ένα από τα διατηρηθέντα κάστρα στη θέση ελληνιστικών οχυρώσεων Β και Α της Παραμυθιάς (κάστρο Παραμυθιάς ή Αγ. Δονάτου, κάστρο Γαλατά). Από τα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία -ερείπια τεσσάρων εκκλησιών, κτηρίων, νεκροπόλεις- η πόλη φαίνεται ότι επέζησε μέχρι τουλάχιστον τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Ευρήματα προερχόμενα από την περιοχή της Φωτικής -θραύσματα επιγραφών και πήλινων πιθαριών, νομίσματα- φυλάσσονται σε αίθουσα του Φιλοπρόοδου Ομίλου Παραμυθιάς, ενώ μερικά από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο  Ιωαννίνων.

Πηγή: http://www.thesprotia.gr/newsdesk_index.php?newsPath=38_56 Πρόσβαση: 19/11/2010        

 
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 1 από 2

Δημοσκοπήσεις

Το καλοκαίρι θα περάσω τις διακοπές μου:
 

Ο καιρός